Στρατής Δούκας: Ιστορία ενός αιχμαλώτου ...

με 2 εκδόσεις
ephilology.org
XΈκδοση
ΑΦΙΕΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΟΙΝΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
ΑΦΙΕΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΟΙΝΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ

Λίγα λόγια
«Βρέθηκα σὲ κόσμο πονεμένο, Θεέ μου,
δός μου τὴ δύναμή μου νὰ τὸν ἐκφράσω.
(Ἁπὸ τὸ σημειωματάριο μου -- παραμονή τῆς μέρας, ποὺ συνάντησα τὸν αἰχμάλωτο).κρ. σημ.
Κριτική σημ.: Μόνο στην έκδοση 1958.
Ἡ ἱστορία τούτη εἶναι ἀπόχτημα μιᾶς βραδιᾶς ποὺ πέρασε σ' ἕνα χωριὸ Αἰχμαλώτων. Ἦταν μιὰν ἁπλὴ καὶ γλυκειὰ μονωδία ποὺ κυριαρχοῦσε, γιατὶ ὅλα σιωποῦσαν καὶ γι' αὐτὸ δὲ θὰ ταίριαζε οὕτε σήμερα νὰ τὴ σημαδέψω μὲ προλόγους. Ἂν ὅμως τέλος ἀποφάσισα νὰ προτάξω δυὸ λόγια εἶναι νὰ διασαφηνίσω τὸ σκοπὸ ποὺ προσφέρω δημόσια καὶ μεὸ τὄνομα μου τὸ ὡραῖο αὐτὸ λαϊκὸ λουλούδι τοῦ Λόγου. Εἶναι νὰ πῶ σ' ἐκείνους ποὺ μποροῦν καὶ σὲ κείνους ποὺ πρέπει νὰ ἐνδιαφερθοῦνε, πὼς εἶναι ἀστοργία σὲ ὅ,τι ὕστερ' ἀπὸ ἐμᾶς θἂν ἔρτη, ἀστοργία στὸ νόημα τῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι οἱ χαρὲς καὶ οἱ πόνοι μας, ν' ἀφίνουμε νὰ χάνουνται μέσα στὴν καταβόθρα τῆς λήθης τὰ ὡραῖα αὐτὰ μαργαριτάρια ποὔναι ἀτόφια τὰ δάκρυα τῆς φυλῆς μας. Ἡ ἱστορία τούτη εἶναι ἀπόχτημα μιᾶς βραδιᾶς ποὺ πέρασα σ' ἕνα χωριὸ Αἰχμαλώτων. Ἦταν μιὰ ἁπλὴ καὶ γλυκιὰ μονωδία ποῦ κυριαρχοῦσε, γιατὶ ὅλα σιωποῦσαν, καὶ γι' αὐτὸ δὲ θὰ ταίριαζε οὔτε σήμερα νὰ τὴ συνοδέψω μὲ προλόγους. Ἂν ὅμως τέλος ἀποφάσισα νὰ προτάξω δυὸ λόγια εἶναι νὰ διασαφηνίσω τὸ σκοπὸ ὅπου προσφέρω δημόσια καὶ μὲ τὸ ὄνομα μου τὸ ὠραῖο αὐτὸ λαϊκὸ τραγούδι τοῦ Λόγου. Εἶναι νὰ πῶ σ' ἐκείνους ποὺ μποροῦν καὶ σὲ κείνους ποὺ πρέπει νὰ ἐνδιαφερθοῦνε, πὼς εἶναι ἀστοργία σὲ ὅ,τι ὕστερ' ἀπὸ μᾶς θὰν ἔρτει, ἀστοργία στὸ νόημα τῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι οἱ χαρὲς καὶ οἱ πόνοι μας, ν' άφήνουμε νὰ χάνονται μέσα στὴν καταβόθρα τῆς λήθης τὰ ὡραῖα αὐτὰ μαργαριτάρια ποὖναι ἀτόφια τὰ δάκρυα τῆς φυλῆς μας.
Μονάχα οἱ ἠλίθιοι καὶ οἱ νεκροὶ ἔχουν δικαίωμα νὰ λησμονοῦν· μὰ ὅσοι ἔχουν τὴν πνοὴ τῆς ζωῆς μέσα τους, ὀφείλουν νὰ θυμοῦνται γιὰ νὰ στοχάζουνται καὶ νὰ συχωροῦν. Ἡ μνήμη εἶναι ἐκείνη ποὺ δίνει [σελ. α΄] θροφή στὸ πνεῦμα καὶ στὴν καρδιά. Ἡ μνήμη εἶν' ἕνα ὠραῖο καθῆκον μέσα στὴ ζωή. Ἂς βγοῦν λοιπὸν ἀπὸ κάποιον πρωτοβουλία ἕνα ἢ δύο πλήρη συνεργεῖα κι' ἂς συλλέξουν αὐτὰ τὰ πολύτιμα ψηφιδώματα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ στολίσουμε τὸ νέο πνευματικὸ ναό μας. Χωρὶς αὐτὰ θἆναι τρομακτικά ἄδειος· συλλέξατε τα, ψηφί ψηφί, μὲ προσοχὴ καὶ μ' ἀγάπη καὶ μὴν ἀφίνετε νὰ χάνεται ὅ,τι εἶναι τόσο ἀκριβὰ πληρωμένο. Μονάχα οἱ ἠλίθιοι καὶ οἱ νεκροὶ ἔχουν δικαίωμα νὰ λησμονοῦν· μὰ ὅσοι ἔχουν τὴν πνὴ τῆς ζωῆς μέσα τους, ὀφείλουν νὰ θυμοῦνται, γιὰ νὰ στοχάζουνται καὶ νὰ [σελ. 12] συχωροῦν. Ἡ μνήμη εἶναι ἐκείνη ποὺ δίνει θροφὴ στὸ πνεῦμα καὶ στην καρδιά. Ἡ μνήμη εἶν' ἕνα ὡραῖο καθῆκον μέσα στὴ ζωή. Ἂς βγοῦν λοιπὸν ἀπὸ κάποια πρωτοβουλία ἕνα ἢ δύο πλήρη συνεργεῖα κι ἂς συλλέξουν αὐτὰ τὰ πολύτιμα ψηφιδώματα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ στολίσουμε τὸ νέο πνευματικό ναό μας. Χωρὶς αὐτὰ θἆναι τρομαχτικὰ ἄδειος· συλλέξατέ τα, ψηφί ψηφί, μὲ προσοχὴ καὶ μ' ἀγάπη καὶ μὴν ἀφήνετε νὰ χάνεται ὅ,τι εἶναι τόσο ἀκριβά πληρωμένο.
Γιὰ μιὰν ἀνάλογη, λοιπόν, πλήρη ἐργασία, προσφέρω, πρὸς τὸ παρὸν, τὴν ιστορία τούτη σὰ μιὰ δοκιμὴ καὶ μιὰν ἁπλῆ προσπάθεια. Γιὰ μιὰ ἀνάλογη, λοιπὸν, πλήρη ἐργασία, προσφέρω, τὴν ἱστορία τούτη σὰ μιὰ δοκιμὴ καὶ μιὰν ἁπλὴ προσπάθεια.
Μάρτης 1929 ΣΤΡΑΤΗΣ ΔΟΥΚΑΣ [σελ. β΄] Μάρτης 1929 Σ. Δ. [σελ. 12]

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΥ
Ὅταν ἔγινε ἡ καταστροφὴ τῆς Σμύρνης εἴμουνα ἐκεῖ.
Ἔμεινα στὴν Τουρκία αἰχμάλωτος.
Στὴν καταστροφὴ τῆς Σμύρνης, βρέθηκα μὲ τοὺς γονιούς μου στὴν Πούντα· ἀπὸ κεῖ μὲ πήρανε. Κι ἔμεινα στὴν Τουρκία αἰχμάλωτος.
Ἀπὸ τὴ Σμύρνη μᾶς ἔμασαν ὅλους καὶ μᾶς ἔκλεισαν στοὺς στρατῶνες γιὰ νὰ μᾶς στείλουν στὸ Ἐσωτερικό. Μόλις βγήκαμε βαδίσαμε στὴν ἀγορά. Κι' εἴμαστε κἄνα δυὸ χιλιάδες αἰχμάλωτοι. Ἐκεῖ εἶταν καὶ ναῦτες Γάλλοι, δεξιά κιἀριστερά, μαζί μὲ τοὺς Τοῦρκους καὶ κάνανε γοῦστο. [σελ. 9] Μεσημέρι πιάστηκα μαζὶ μὲ ἄλλους. Βράδιασε καὶ τὰ περίπολα ἀκόμα κουβαλοῦσαν τοὺς ἄντρες στοὺς στρατῶνες. Κοντὰ μεσάνυχτα, ὅπως εἴμαστε ὁ ἕνας κολλητὰ στὸν ἄλλο, μπῆκε ἡ φρουρὰ κι ἄρχισαν νὰ μᾶς χτυποῦν, ὅπου εὔρισκαν, μὲ ξύλα, καὶ νὰ κλωτσοπατοῦν ὅσους κάθονται χάμω, γόνα μὲ γόνα. Τέλος πῆραν διαλέγοντας ὅσους ἤθελαν κι ἔφυγαν βλαστημώντας.
Ἐμεῖς φοβηθήκαμε πὼς θὰ μᾶς χαλάσουν ὅλους.
Ἔνας γραμματικὸς, ποὖχε τὸ γραφεῖο του πλάι στὴν πόρτα μας, ἄκουγε ποὺ μιλούσαμε λυπητερὰ καὶ μᾶς ἔκανε νόημα νὰ τὸν πλησιάσουμε:
— Σὰν ἔρχονται, μᾶς λέει, καὶ σᾶς φωνάζουν ἐσεῖς τραβηχτῆτε μέσα. Καὶ τὸ λόγο μου φυλάχτε τον καλά, ἔξω μὴν τὸν δώσετε. [σελ. 13] Ἀπὸ κεῖνο τὸ βράδυ, κάθε νύχτα, ἔπαιρναν ἀπ' τοὺς θαλάμους. Κι ἐμεῖς π' ἀκούγαμε πυρολοβισμούς, ἀπ' τὸ Κατιφέ-Καλεσί, λέγαμε: «σκοποβολὴ κανούνε».
Ἀπὸ μέρες, ποὺ πέρασαν μὲ φόβο, ἦρθε ἕνας ἀξιωματικὸς καὶ μᾶς παράλαβε, μὲ σαράντα στρατιῶτες. Μᾶς ἔβγαλαν στὴν αὐλὴ καὶ μᾶς χώρισαν ἀπ' τοὺς πολίτες· τότε εἶδα καὶ τὸν ἀδερφό μου· μᾶς ἔβαλαν τετράδες καὶ μᾶς διέταξαν νὰ γονατίσουμε νὰ μᾶς μετρήσουν. Ὁ ἀξιωματικὸς ποὺ μᾶς ἔβλεπε, καβάλα στὸ ἄλογό του, ἔλεγε:
— Θὰ κοιτάξω νὰ μὴ μείνει οὔτε σπόρος ἀπὸ σᾶς. Κι ἔδωσε τὸ παράγγελμα νὰ κινήσουμε.
Θὰ ἤμαστε ὅλη ἡ φάλαγγα κάνα-δυό χιλιάδες.
Ὅπως βγήκαμε, μᾶς τραβήξανε ἴσια στὴν ἀγορά. Ἐκεῖ, τὸ τουρκομάνι ποὺ μᾶς περίμενε, σὰν τὸ λεφούσι ἔπεσε ἀπάνω μας: τραπέζια, καρέκλες, ποτήρια, ὅ,τι ἔβρισκαν μπροστά τους μᾶς πετοῦσαν ἀπ' ὅλες τὶς μεριές. Ἦταν καὶ ναῦτες Γάλλοι μαζί τους στὰ καφενεῖα κι ἔκαναν χάζι μὲ μᾶς.
Σὰ φτάσαμε στὸν Μπασμαχανέ, μπροσά μας βγῆκε ἕνας Χαφούζης. Μᾶς κύτταξε:
— Ἀλλάχ, Ἀλλάχ, εἶπε, τί γίνεται ἐδῶ!
Καὶ φώναξε τοῦ ἀσκὲρ-Ἀγά. Αὐτὸς σταμάτησε.
— Ὁ λοχαγὸς ἐδῶ! ξαναφωνάζει.
Τρὰκ-τρὰκ τὸ ἄλογο, ὁ λοχαγὸς πῆγε, χαιρέτησε. Ὁ Χαφούζης τὸν ρωτᾶ:
— Τὸ «κιτάπι»μας αὐτὰ λέει;
Ὁ λοχαγός μεταχαιρέτησε. [σελ. 14]
Κι ἐμεῖς περνούσαμε ἀράδα ἀπὸ μπροστά τους. κρ. σημ.
Κριτική σημ.: Το απόσπασμα δεν περιλαμβάνεται στην έκδοση του 1929.
Ἀπὸ ἐκεῖ μᾶς τράβηξαν στὸ Χαλκᾶ-Μπουνὰρ, ὥρα μεσημέρι δώδεκα.
Ἐκεῖ οἱ Τοῦρκοι μᾶς κλείσανε σύρμα κύκλο. Τὰ ξημερώματα ἦρτεν ἀπὸ τὴν Μαγνησιὰ ἕνας λοχαγὸς καὶ μᾶς σήκωσαν. Ἀπὸ τὸν τόπο καταλαβαίναμε πὼς τραβούσαμε κατὰ τὴ Μαγνησιά.
Στὸ δρόμο ποὺ πηγαίναμε, δεξιὰ κι' ἀριστερά, ἔπεφτε κόσμος ἀπάνω μας καὶ μᾶς φοβέριζαν· ἄλλους ἀπὸ μᾶς παίρνανε καὶ τοὺς ἔσφαζαν κι' ἄλλους τοὺς χτυποῦσαν μὲ τὶς πέτρες στὸ κεφάλι οἱ πολῖτες.
Μεσημέρι, δώδεκα, φτάσαμε στὸ Χαλκὰ-Μπουνὰρ. Ἐκεῖ μᾶς ἔκλεισαν στὸ σύρμα, κύκλο. Ἅμα βράδιασε, ἕνας Τοῦρκος ἐφὲς ἀπ' τὸ χωριό μας ἦρθε καὶ μᾶς καλοῦσε μὲ τὰ ὀνόματά μας νὰ βγοῦμε, τάχα πὼς θὰ μᾶς γλυτώσει, μὲ σκοπὸ νὰ μᾶς χαλάσει. Κι ἐμεῖς στὴ γῆ πέσαμε νὰ μὴ δώσουμε γνωριμία.
Τὰ ξημερώματα ἦρθε ἀπὸ τὴ Μαγνησία ἄλλος ἀξιωματικὸς καὶ μᾶς σήκωσαν. Ὧρες περπατούσαμε. Οὔτε ξέραμε ποῦ μᾶς πᾶν. Μονάχα ἀπὸ τὸν τόπο καταλαβαίναμε πὼς βαδίζαμε γιὰ τὴ Μαγνησία.
Κι' ἀντὶς νὰ πᾶμε τὸ δημόσιο δρόμο μᾶς τράβηξαν στὸ βουνό. Καὶ μιὰ ποὺ δὲν εἴμαστε ἀπάνω στὴ στράτα, ἀρχίσαμε νὰ σκορποῦμε, γιατὶ δὲν μπορούσαμε νὰ κρατήσουμε τὶς τετράδες. Κι' οἱ στρατιῶτες φώναζαν —Στὶς τετράδες! Κι' ὅποιος ἔφευγε τὸν σκότωναν. Ἀντὶ νὰ μᾶς πηγαίνουν στὸ δημόσιο δρόμο μᾶς τραβούσανε ἀπ' τὸ βουνό. Κι ὅπως δὲν ἤμαστε σὲ ἰσότοπο, ἀρχίσαμε νὰ σκορπᾶμε. Δὲν μπορούσαμε νὰ κρατήσουμε τὶς τετράδες. Καὶ οἱ στρατιῶτες φώναζαν προσταχτικά:
—Στὶς τετράδες! Στὶς τετράδες!
Ἐμεῖς προσπαθούσαμε, καὶ πάλι τὶς χαλάγαμε. Ὅσοι ἦταν ἀνήμποροι κι ἔμεναν πίσω, τοὺς τραβοῦσαν οἱ πολίτες στὸ δάσος καὶ τοὺς καθάριζαν.
XΈκδοση
ΑΦΙΕΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΟΙΝΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
ΑΦΙΕΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΟΙΝΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ

Λίγα λόγια
«Βρέθηκα σὲ κόσμο πονεμένο, Θεέ μου,
δός μου τὴ δύναμή μου νὰ τὸν ἐκφράσω.
(Ἁπὸ τὸ σημειωματάριο μου -- παραμονή τῆς μέρας, ποὺ συνάντησα τὸν αἰχμάλωτο).κρ. σημ.
Κριτική σημ.: Μόνο στην έκδοση 1958.
Ἡ ἱστορία τούτη εἶναι ἀπόχτημα μιᾶς βραδιᾶς ποὺ πέρασε σ' ἕνα χωριὸ Αἰχμαλώτων. Ἦταν μιὰν ἁπλὴ καὶ γλυκειὰ μονωδία ποὺ κυριαρχοῦσε, γιατὶ ὅλα σιωποῦσαν καὶ γι' αὐτὸ δὲ θὰ ταίριαζε οὕτε σήμερα νὰ τὴ σημαδέψω μὲ προλόγους. Ἂν ὅμως τέλος ἀποφάσισα νὰ προτάξω δυὸ λόγια εἶναι νὰ διασαφηνίσω τὸ σκοπὸ ποὺ προσφέρω δημόσια καὶ μεὸ τὄνομα μου τὸ ὡραῖο αὐτὸ λαϊκὸ λουλούδι τοῦ Λόγου. Εἶναι νὰ πῶ σ' ἐκείνους ποὺ μποροῦν καὶ σὲ κείνους ποὺ πρέπει νὰ ἐνδιαφερθοῦνε, πὼς εἶναι ἀστοργία σὲ ὅ,τι ὕστερ' ἀπὸ ἐμᾶς θἂν ἔρτη, ἀστοργία στὸ νόημα τῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι οἱ χαρὲς καὶ οἱ πόνοι μας, ν' ἀφίνουμε νὰ χάνουνται μέσα στὴν καταβόθρα τῆς λήθης τὰ ὡραῖα αὐτὰ μαργαριτάρια ποὔναι ἀτόφια τὰ δάκρυα τῆς φυλῆς μας. Ἡ ἱστορία τούτη εἶναι ἀπόχτημα μιᾶς βραδιᾶς ποὺ πέρασα σ' ἕνα χωριὸ Αἰχμαλώτων. Ἦταν μιὰ ἁπλὴ καὶ γλυκιὰ μονωδία ποῦ κυριαρχοῦσε, γιατὶ ὅλα σιωποῦσαν, καὶ γι' αὐτὸ δὲ θὰ ταίριαζε οὔτε σήμερα νὰ τὴ συνοδέψω μὲ προλόγους. Ἂν ὅμως τέλος ἀποφάσισα νὰ προτάξω δυὸ λόγια εἶναι νὰ διασαφηνίσω τὸ σκοπὸ ὅπου προσφέρω δημόσια καὶ μὲ τὸ ὄνομα μου τὸ ὠραῖο αὐτὸ λαϊκὸ τραγούδι τοῦ Λόγου. Εἶναι νὰ πῶ σ' ἐκείνους ποὺ μποροῦν καὶ σὲ κείνους ποὺ πρέπει νὰ ἐνδιαφερθοῦνε, πὼς εἶναι ἀστοργία σὲ ὅ,τι ὕστερ' ἀπὸ μᾶς θὰν ἔρτει, ἀστοργία στὸ νόημα τῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι οἱ χαρὲς καὶ οἱ πόνοι μας, ν' άφήνουμε νὰ χάνονται μέσα στὴν καταβόθρα τῆς λήθης τὰ ὡραῖα αὐτὰ μαργαριτάρια ποὖναι ἀτόφια τὰ δάκρυα τῆς φυλῆς μας.
Μονάχα οἱ ἠλίθιοι καὶ οἱ νεκροὶ ἔχουν δικαίωμα νὰ λησμονοῦν· μὰ ὅσοι ἔχουν τὴν πνοὴ τῆς ζωῆς μέσα τους, ὀφείλουν νὰ θυμοῦνται γιὰ νὰ στοχάζουνται καὶ νὰ συχωροῦν. Ἡ μνήμη εἶναι ἐκείνη ποὺ δίνει [σελ. α΄] θροφή στὸ πνεῦμα καὶ στὴν καρδιά. Ἡ μνήμη εἶν' ἕνα ὠραῖο καθῆκον μέσα στὴ ζωή. Ἂς βγοῦν λοιπὸν ἀπὸ κάποιον πρωτοβουλία ἕνα ἢ δύο πλήρη συνεργεῖα κι' ἂς συλλέξουν αὐτὰ τὰ πολύτιμα ψηφιδώματα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ στολίσουμε τὸ νέο πνευματικὸ ναό μας. Χωρὶς αὐτὰ θἆναι τρομακτικά ἄδειος· συλλέξατε τα, ψηφί ψηφί, μὲ προσοχὴ καὶ μ' ἀγάπη καὶ μὴν ἀφίνετε νὰ χάνεται ὅ,τι εἶναι τόσο ἀκριβὰ πληρωμένο. Μονάχα οἱ ἠλίθιοι καὶ οἱ νεκροὶ ἔχουν δικαίωμα νὰ λησμονοῦν· μὰ ὅσοι ἔχουν τὴν πνὴ τῆς ζωῆς μέσα τους, ὀφείλουν νὰ θυμοῦνται, γιὰ νὰ στοχάζουνται καὶ νὰ [σελ. 12] συχωροῦν. Ἡ μνήμη εἶναι ἐκείνη ποὺ δίνει θροφὴ στὸ πνεῦμα καὶ στην καρδιά. Ἡ μνήμη εἶν' ἕνα ὡραῖο καθῆκον μέσα στὴ ζωή. Ἂς βγοῦν λοιπὸν ἀπὸ κάποια πρωτοβουλία ἕνα ἢ δύο πλήρη συνεργεῖα κι ἂς συλλέξουν αὐτὰ τὰ πολύτιμα ψηφιδώματα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ στολίσουμε τὸ νέο πνευματικό ναό μας. Χωρὶς αὐτὰ θἆναι τρομαχτικὰ ἄδειος· συλλέξατέ τα, ψηφί ψηφί, μὲ προσοχὴ καὶ μ' ἀγάπη καὶ μὴν ἀφήνετε νὰ χάνεται ὅ,τι εἶναι τόσο ἀκριβά πληρωμένο.
Γιὰ μιὰν ἀνάλογη, λοιπόν, πλήρη ἐργασία, προσφέρω, πρὸς τὸ παρὸν, τὴν ιστορία τούτη σὰ μιὰ δοκιμὴ καὶ μιὰν ἁπλῆ προσπάθεια. Γιὰ μιὰ ἀνάλογη, λοιπὸν, πλήρη ἐργασία, προσφέρω, τὴν ἱστορία τούτη σὰ μιὰ δοκιμὴ καὶ μιὰν ἁπλὴ προσπάθεια.
Μάρτης 1929 ΣΤΡΑΤΗΣ ΔΟΥΚΑΣ [σελ. β΄] Μάρτης 1929 Σ. Δ. [σελ. 12]

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΥ
Ὅταν ἔγινε ἡ καταστροφὴ τῆς Σμύρνης εἴμουνα ἐκεῖ.
Ἔμεινα στὴν Τουρκία αἰχμάλωτος.
Στὴν καταστροφὴ τῆς Σμύρνης, βρέθηκα μὲ τοὺς γονιούς μου στὴν Πούντα· ἀπὸ κεῖ μὲ πήρανε. Κι ἔμεινα στὴν Τουρκία αἰχμάλωτος.
Ἀπὸ τὴ Σμύρνη μᾶς ἔμασαν ὅλους καὶ μᾶς ἔκλεισαν στοὺς στρατῶνες γιὰ νὰ μᾶς στείλουν στὸ Ἐσωτερικό. Μόλις βγήκαμε βαδίσαμε στὴν ἀγορά. Κι' εἴμαστε κἄνα δυὸ χιλιάδες αἰχμάλωτοι. Ἐκεῖ εἶταν καὶ ναῦτες Γάλλοι, δεξιά κιἀριστερά, μαζί μὲ τοὺς Τοῦρκους καὶ κάνανε γοῦστο. [σελ. 9] Μεσημέρι πιάστηκα μαζὶ μὲ ἄλλους. Βράδιασε καὶ τὰ περίπολα ἀκόμα κουβαλοῦσαν τοὺς ἄντρες στοὺς στρατῶνες. Κοντὰ μεσάνυχτα, ὅπως εἴμαστε ὁ ἕνας κολλητὰ στὸν ἄλλο, μπῆκε ἡ φρουρὰ κι ἄρχισαν νὰ μᾶς χτυποῦν, ὅπου εὔρισκαν, μὲ ξύλα, καὶ νὰ κλωτσοπατοῦν ὅσους κάθονται χάμω, γόνα μὲ γόνα. Τέλος πῆραν διαλέγοντας ὅσους ἤθελαν κι ἔφυγαν βλαστημώντας.
Ἐμεῖς φοβηθήκαμε πὼς θὰ μᾶς χαλάσουν ὅλους.
Ἔνας γραμματικὸς, ποὖχε τὸ γραφεῖο του πλάι στὴν πόρτα μας, ἄκουγε ποὺ μιλούσαμε λυπητερὰ καὶ μᾶς ἔκανε νόημα νὰ τὸν πλησιάσουμε:
— Σὰν ἔρχονται, μᾶς λέει, καὶ σᾶς φωνάζουν ἐσεῖς τραβηχτῆτε μέσα. Καὶ τὸ λόγο μου φυλάχτε τον καλά, ἔξω μὴν τὸν δώσετε. [σελ. 13] Ἀπὸ κεῖνο τὸ βράδυ, κάθε νύχτα, ἔπαιρναν ἀπ' τοὺς θαλάμους. Κι ἐμεῖς π' ἀκούγαμε πυρολοβισμούς, ἀπ' τὸ Κατιφέ-Καλεσί, λέγαμε: «σκοποβολὴ κανούνε».
Ἀπὸ μέρες, ποὺ πέρασαν μὲ φόβο, ἦρθε ἕνας ἀξιωματικὸς καὶ μᾶς παράλαβε, μὲ σαράντα στρατιῶτες. Μᾶς ἔβγαλαν στὴν αὐλὴ καὶ μᾶς χώρισαν ἀπ' τοὺς πολίτες· τότε εἶδα καὶ τὸν ἀδερφό μου· μᾶς ἔβαλαν τετράδες καὶ μᾶς διέταξαν νὰ γονατίσουμε νὰ μᾶς μετρήσουν. Ὁ ἀξιωματικὸς ποὺ μᾶς ἔβλεπε, καβάλα στὸ ἄλογό του, ἔλεγε:
— Θὰ κοιτάξω νὰ μὴ μείνει οὔτε σπόρος ἀπὸ σᾶς. Κι ἔδωσε τὸ παράγγελμα νὰ κινήσουμε.
Θὰ ἤμαστε ὅλη ἡ φάλαγγα κάνα-δυό χιλιάδες.
Ὅπως βγήκαμε, μᾶς τραβήξανε ἴσια στὴν ἀγορά. Ἐκεῖ, τὸ τουρκομάνι ποὺ μᾶς περίμενε, σὰν τὸ λεφούσι ἔπεσε ἀπάνω μας: τραπέζια, καρέκλες, ποτήρια, ὅ,τι ἔβρισκαν μπροστά τους μᾶς πετοῦσαν ἀπ' ὅλες τὶς μεριές. Ἦταν καὶ ναῦτες Γάλλοι μαζί τους στὰ καφενεῖα κι ἔκαναν χάζι μὲ μᾶς.
Σὰ φτάσαμε στὸν Μπασμαχανέ, μπροσά μας βγῆκε ἕνας Χαφούζης. Μᾶς κύτταξε:
— Ἀλλάχ, Ἀλλάχ, εἶπε, τί γίνεται ἐδῶ!
Καὶ φώναξε τοῦ ἀσκὲρ-Ἀγά. Αὐτὸς σταμάτησε.
— Ὁ λοχαγὸς ἐδῶ! ξαναφωνάζει.
Τρὰκ-τρὰκ τὸ ἄλογο, ὁ λοχαγὸς πῆγε, χαιρέτησε. Ὁ Χαφούζης τὸν ρωτᾶ:
— Τὸ «κιτάπι»μας αὐτὰ λέει;
Ὁ λοχαγός μεταχαιρέτησε. [σελ. 14]
Κι ἐμεῖς περνούσαμε ἀράδα ἀπὸ μπροστά τους. κρ. σημ.
Κριτική σημ.: Το απόσπασμα δεν περιλαμβάνεται στην έκδοση του 1929.
Ἀπὸ ἐκεῖ μᾶς τράβηξαν στὸ Χαλκᾶ-Μπουνὰρ, ὥρα μεσημέρι δώδεκα.
Ἐκεῖ οἱ Τοῦρκοι μᾶς κλείσανε σύρμα κύκλο. Τὰ ξημερώματα ἦρτεν ἀπὸ τὴν Μαγνησιὰ ἕνας λοχαγὸς καὶ μᾶς σήκωσαν. Ἀπὸ τὸν τόπο καταλαβαίναμε πὼς τραβούσαμε κατὰ τὴ Μαγνησιά.
Στὸ δρόμο ποὺ πηγαίναμε, δεξιὰ κι' ἀριστερά, ἔπεφτε κόσμος ἀπάνω μας καὶ μᾶς φοβέριζαν· ἄλλους ἀπὸ μᾶς παίρνανε καὶ τοὺς ἔσφαζαν κι' ἄλλους τοὺς χτυποῦσαν μὲ τὶς πέτρες στὸ κεφάλι οἱ πολῖτες.
Μεσημέρι, δώδεκα, φτάσαμε στὸ Χαλκὰ-Μπουνὰρ. Ἐκεῖ μᾶς ἔκλεισαν στὸ σύρμα, κύκλο. Ἅμα βράδιασε, ἕνας Τοῦρκος ἐφὲς ἀπ' τὸ χωριό μας ἦρθε καὶ μᾶς καλοῦσε μὲ τὰ ὀνόματά μας νὰ βγοῦμε, τάχα πὼς θὰ μᾶς γλυτώσει, μὲ σκοπὸ νὰ μᾶς χαλάσει. Κι ἐμεῖς στὴ γῆ πέσαμε νὰ μὴ δώσουμε γνωριμία.
Τὰ ξημερώματα ἦρθε ἀπὸ τὴ Μαγνησία ἄλλος ἀξιωματικὸς καὶ μᾶς σήκωσαν. Ὧρες περπατούσαμε. Οὔτε ξέραμε ποῦ μᾶς πᾶν. Μονάχα ἀπὸ τὸν τόπο καταλαβαίναμε πὼς βαδίζαμε γιὰ τὴ Μαγνησία.
Κι' ἀντὶς νὰ πᾶμε τὸ δημόσιο δρόμο μᾶς τράβηξαν στὸ βουνό. Καὶ μιὰ ποὺ δὲν εἴμαστε ἀπάνω στὴ στράτα, ἀρχίσαμε νὰ σκορποῦμε, γιατὶ δὲν μπορούσαμε νὰ κρατήσουμε τὶς τετράδες. Κι' οἱ στρατιῶτες φώναζαν —Στὶς τετράδες! Κι' ὅποιος ἔφευγε τὸν σκότωναν. Ἀντὶ νὰ μᾶς πηγαίνουν στὸ δημόσιο δρόμο μᾶς τραβούσανε ἀπ' τὸ βουνό. Κι ὅπως δὲν ἤμαστε σὲ ἰσότοπο, ἀρχίσαμε νὰ σκορπᾶμε. Δὲν μπορούσαμε νὰ κρατήσουμε τὶς τετράδες. Καὶ οἱ στρατιῶτες φώναζαν προσταχτικά:
—Στὶς τετράδες! Στὶς τετράδες!
Ἐμεῖς προσπαθούσαμε, καὶ πάλι τὶς χαλάγαμε. Ὅσοι ἦταν ἀνήμποροι κι ἔμεναν πίσω, τοὺς τραβοῦσαν οἱ πολίτες στὸ δάσος καὶ τοὺς καθάριζαν.

Image ViewerX